Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vinaigrette στα ελληνικά
vinaigrette
λέγεται
βινεγκρέτ
.
vinaigrette
σημαίνει στα ελληνικά
ξιδόλαδο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
