Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vitalité στα ελληνικά
vitalité
λέγεται
βιταλιτέ
.
vitalité
σημαίνει στα ελληνικά
ζωτικότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vitalité : ζωτικότητα
- vitalité : ανθεκτικότητα
- indice de vitalité du nouveau-né : δείκτης νεογνικής ζωτικότητας
- test de vitalité sur la végétation : δοκιμή σφρίγους της βλάστησης
Subscribe
0 Comments


