Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

voyelle στα ελληνικά
voyelle
λέγεται
βουαγέλ
.
voyelle
σημαίνει στα ελληνικά
φωνήεν
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- voyelle accentuée : τονούμενο φωνήεν
- contenu en voyelles : φωνηεντικό περιεχόμενο
- son d'une voyelle pure : ήχος αμιγούς φωνήεντος
Subscribe
0 Comments


