Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αγρός στα γαλλικά
αγρός
λέγεται
a’yros
.
αγρός
σημαίνει στα γαλλικά
champ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αγρός / πεδίο : champ
- αγρός / χωράφι : champ
- χέρσος αγρός / ακαλλιέργητος αγρός : friche / jachère
- σπαρμένος αγρός : champ ensemencé
- σπαρμένος αγρός / σπαρμένο αγροτεμάχιο : champ ensemencé
- αγρός παραγωγής : champ de production / champ de multiplication
- αγρός αμειψισποράς : terre d'assolement
- πειραματικός αγρός : champ d'essai / champ d'expérimentation
- αγρός σποροπαραγωγής : verger à graines
- αγρός διαχύσεως ακαθαρσιών / αγρός διαχύσεως υδάτων υπονόμων : champ d'épandage
Subscribe
0 Comments


