Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αεροπόρος στα γαλλικά
αεροπόρος
λέγεται
aero’poros
.
αεροπόρος
σημαίνει στα γαλλικά
aviateur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σμηνίτης / αεροπόρος : aviateur / spécialiste aéronautique
- αεροπόρος / χειριστής αεροσκάφους : aviateur
Subscribe
0 Comments


