Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αλλάζω στα γαλλικά
αλλάζω
λέγεται
a’lazo
.
αλλάζω
σημαίνει στα γαλλικά
changer / échanger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αλλάζω : modifier
- αλλάζω : demi-tour / retournement
- εκτρέπω / αλλάζω διευθέτηση : détourner / changer les dispositions
- αλλάζω βάση / μεταφέρω σε άλλη βάση : transposer sur une autre base
- αλλάζω τρένο / αλλάζω αμαξοστοιχία : changer de train
- αλλάζω χρώμα / μεταβάλλω χρώμα : virer
- αλλάζω έλικα : changer l'hélice
- αλλάζω βάρδια / αντικαθιστώ φυλακή : faire la relève
- αλλάζω γραμμή : changer de voie
- αλλάζω γραμμή / αρχίζω νέα παράγραφο : mettre à la ligne
Subscribe
0 Comments


