Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αναλλοίωτος στα γαλλικά
αναλλοίωτος
λέγεται
ana’liotos
.
αναλλοίωτος
σημαίνει στα γαλλικά
inaltérable / immuable
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μη ευαίσθητος στο φως / αναλλοίωτος από το φως : inaltérable à la lumière
Subscribe
0 Comments


