Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανεξάρτητα στα γαλλικά
ανεξάρτητα
λέγεται
ane’ksartita
.
ανεξάρτητα
σημαίνει στα γαλλικά
indépendamment
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Ε.Τ.Α.Α. / Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων : caisse d’assurance pour les professions libérales / ETAA
- εισοδηματίας / άτομο με ανεξάρτητα μέσα συντήρησης : rentier
- ΝΑΚ / Νέα Ανεξάρτητα Κράτη : NEI / nouveaux Etats indépendants
- WNIS / ΔΝΑΚ : NEI occidentaux / Nouveaux États indépendants occidentaux
- ΝΑΚ / Νέα ανεξάρτητα κράτη : NEI / nouveaux Etats indépendants
- ανεξάρτητα γεγονότα : événements indépendants
- μέθοδος γενικής εφαρμογής / ισχνή μέθοδος επίλυσης προβλημάτων : méthode "faible" de résolution de problèmes
- ανεξάρτητα από την ιθαγένεια : sans considération de nationalité
- ρυμουλκό που πλέει ανεξάρτητα : remorqueur navigant isolément
- καθεστώς των ανεξάρτητα εργαζομένων / ασφαλιστικό καθεστώς αυτοτελώς απασχολουμένων : régime des travailleurs indépendants
Subscribe
0 Comments


