Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

απότομα στα γαλλικά
απότομα
λέγεται
a’potoma
.
απότομα
σημαίνει στα γαλλικά
brusquement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σκληραίνω / ψύχω απότομα : tremper
- το οποίο αναθερμάνθηκε και ψύχθηκε απότομα μέσα σε λάδι : revenus et trempés à l'huile
Subscribe
0 Comments


