Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αφαίμαξη στα γαλλικά
αφαίμαξη
λέγεται
a’femaksi
.
αφαίμαξη
σημαίνει στα γαλλικά
saignée
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αφαίμαξη : saignée / phlébotomie
- αφαίμαξη / αφαιμάτωση : saignée
- σφαγή-αφαίμαξη : saignée
- αφαίμαξη των ζώων : saignée des animaux
- θανάτωση χωρίς αφαίμαξη : mise à mort sans saignée
- ο πραγματοποιών την αφαίμαξη : ouvrier saigneur
- αφαίμαξη με τομή της καρωτίδας : saigner par incision de l'artère carotide
Subscribe
0 Comments


