Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βάνα στα γαλλικά
βάνα
λέγεται
’vana
.
βάνα
σημαίνει στα γαλλικά
vanne
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βάνα / υδατοφράκτης : vanne / robinet vanne
- βάνα : vanne
- βάνα / θύρα φράγματος : vanne de barrage
- βαλβίδα / δικλείδα : vanne
- βάνα ατμού / διακόπτης ατμού : vanne de prise de vapeur / robinet de prise de vapeur
- βαλβίδα τριών διευθύνσεων (Preferred) / τρίοδος βάνα : robinet à trois voies
- τρίοδος βάνα / τρίοδος βαλβίδα : vanne à trois voies
- πολύοδη βάνα : vanne multivoies
Subscribe
0 Comments


