Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

γυαλίζω στα γαλλικά
γυαλίζω
λέγεται
ja’lizo
.
γυαλίζω
σημαίνει στα γαλλικά
cirer / astiquer / briller
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γυαλίζω / στιλβώνω : planer
- στιλβώ δέρμα / γυαλίζω δέρμα : poncer le cuir
- γυαλίζω με τροχό / λουστράρω με τροχό : galeter
Subscribe
0 Comments


