Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δέκα στα γαλλικά
δέκα
λέγεται
’dheka
.
δέκα
σημαίνει στα γαλλικά
dix
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- da / δέκα... : da / déca...
- Λέσχη των Δέκα / Ομάδα των Δέκα : G 10 / Club des dix
- ανάταξη θραύσης / επιμήκυνση που μετριέται δέκα λαπτά μετά από τη θραύση ενός δείγματος που έχει υποβληθεί σε εφελκυσμό : allongement à la rupture
- σύστημα δέκα διαύλων : système à 10 voies / système à dix voies
- δεκάμετρη μετροταινία / μετροταινία των δέκα μέτρων : décamètre à ruban
- εκθετική δύναμη του δέκα : puissance de dix
- συμπλήρωμα ως προς το δέκα : complément à dix
- δεκαδικός διαιρέτης συχνότητας / υποβιβαστής συχνότητας διά δέκα : échelle de dix / échelle décimale
- κλιμακωτός παλμός δέκα βαθμίδων : impulsion en escalier à 10 échelons
- πολυπλέκτης παλμοκωδικής διαμόρφωσης δέκα διαύλων : multiplexeur MIC 10 voies
Subscribe
0 Comments


