Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ενσωματώνω στα γαλλικά
ενσωματώνω
λέγεται
ensoma’tono
.
ενσωματώνω
σημαίνει στα γαλλικά
incorporer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ενσωματώνω / συλλαμβάνω : absorber / capturer
- προσθέτω όχημα σε αμαξοστοιχία / ενσωματώνω όχημα σε αμαξοστοιχία : incorporer un véhicule
Subscribe
0 Comments


