Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ευαίσθητος στα γαλλικά
ευαίσθητος
λέγεται
e’vesthitos
.
ευαίσθητος
σημαίνει στα γαλλικά
sensible / susceptible
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ευαίσθητος : fin / sec
- ευαίσθητος : délicat
- θερμοευπαθής / ευαίσθητος στη θερμότητα : thermosensible
- ευαίσθητος χώρος : site sensible
- ευαίσθητος όγκος : volume utile
- μικροβάτης εξάντα / ρυθμιστικός κοχλίας : vis tangente
- ευαίσθητος κλάδος : secteur sensible
- ευαίσθητος στο ψύχος : sensible au froid
- ευαίσθητος διακόπτης : micro-interrupteur / interrupteur sensible
- μη ευαίσθητος στο φως / αναλλοίωτος από το φως : inaltérable à la lumière
Subscribe
0 Comments


