Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θωράκιση στα γαλλικά
θωράκιση
λέγεται
tho’rakisi
.
θωράκιση
σημαίνει στα γαλλικά
blindage / sauvegarde
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θωράκιση : blindage
- θωράκιση : écran / blindage
- θωράκιση : protection
- επένδυση / θωράκιση : crinoline
- θωράκιση : protections
- θωράκιση : écran / blindage
- μόνωση / θωράκιση : armature
- θωράκιση / όργανα ελέγχου τόρνου : tablier / cuirasse
- μπλεντάζ / ανεπαρκής θωράκιση : blindage insuffisant
Subscribe
0 Comments


