Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καλλιεργητής στα γαλλικά
καλλιεργητής
λέγεται
kalierji’tis
.
καλλιεργητής
σημαίνει στα γαλλικά
cultivateur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καλλιεργητής / καθαριστής ζιζανίων : bineuse / sarcleuse
- εδαφοσχίστης / υπεδάφιο άροτρο : chisel / cultivateur géant
- κάθετη φρέζα / κάθετος περιστροφικός καλλιεργητής : fraise verticale
- καλλιεργητής : planteur
- εκμεταλλευτής / καλλιεργητής αγροκτήματος : exploitant / chef d'exploitation
- δισκάροτρο / πολύδισκο άροτρο : déchaumeuse à disques / charrue déchaumeuse à disques
- εκριζωτής / καλλιεργητής ελαφρού τύπου με άκαμπτα δόντια : extirpateur / cultivateur léger à dents rigides
- αμπελοκαλλιεργητής / ιδιοκτήτης-καλλιεργητής αμπέλου : vigneron propriétaire exploitant
- περιστροφική τσάπα / περιστροφικός καλλιεργητής : rotavator / rotobineuse
- καλλιεργητής κήπου / χειροκίνητος καλλιεργητής : cultivateur de jardin / cultivateur interchangeable
Subscribe
0 Comments


