Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κιτρινίζω στα γαλλικά
κιτρινίζω
λέγεται
kitri’nizo
.
κιτρινίζω
σημαίνει στα γαλλικά
jaunir / blêmir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κιτρινίζω : jaunir
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
