Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κοντάρι στα γαλλικά
κοντάρι
λέγεται
ko’dari
.
κοντάρι
σημαίνει στα γαλλικά
mât / lance
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καμάκι / γάντσος : gaffe de bâtelier
- ακόντιο / κοντάρι : perche
- κοντάρι / ακόντιο τοπογράφου : jalon / balise
- κοντάρι / κοντός λέμβου : gaffe / autieu
- κοντάρι : écoire
- γάντζος(κν.) / κοντάρι λέμβου : gaffe
- ράβδος χειρός / κοντάρι χεριού : perche à main
- ραβδος για άλμα / κοντάρι για άλμα επί κοντώ : perche de saut
- ράβδος εργασίας / κοντάρι εργασίας : perche de travail
- μονωμένο κοντάρι : perche isolante
Subscribe
0 Comments


