Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κράμπα στα γαλλικά
κράμπα
λέγεται
’kraba
.
κράμπα
σημαίνει στα γαλλικά
crampe
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κράμπα : crampe
- επώδυνη / κράμπα προσαγωγών μυών : spasme des adducteurs
- μυική κράμπα / επώδυνη μυική σύσπαση : crampe musculaire
- κράμπα των μουσικών / δυσκινησία των οργανοπαικτών : crampe des musiciens / dyskinésie des musiciens
- κράμπα αναφερόμενη στην προσαρμοστικότητα των οφθαλμών : crampe d'accomodation
Subscribe
0 Comments


