Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μηχανικός στα γαλλικά
μηχανικός
λέγεται
mihani’kos
.
μηχανικός
σημαίνει στα γαλλικά
mécanicien / ingénieur / mécanique / machinal
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μηχανικός : mécanicien
- χειριστής / μηχανικός χειρισμών : agent de quart / agent de manoeuvre
- αεραφρός / μηχανικός αφρός : mousse à air / mousse mécanique
- ορθοπεδικός / τεχνικός βοηθός ορθοπεδικού : orthopédiste / mécanicien orthopédiste
- αποσκωρίωση / μηχανικός καθαρισμός μετάλλου από οξείδια : décalaminage
- μηχανικός ιστός : métier mécanique
- μηχανικός έργου : ingénieur d'études
- μηχανική δόνηση / μηχανική τάραξη : secouage mécanique
- μηχανικός ζυγός : balance mécanique
- μηχανικός έργου / υπεύθυνος μηχανικός έργου : ingénieur de projet
Subscribe
0 Comments


