Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

μηχανικός στα γαλλικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
μηχανικός
λέγεται
mihani’kos
.
μηχανικός
σημαίνει στα γαλλικά
mécanicien / ingénieur / mécanique / machinal
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • μηχανικός : mécanicien
  • χειριστής / μηχανικός χειρισμών : agent de quart / agent de manoeuvre
  • αεραφρός / μηχανικός αφρός : mousse à air / mousse mécanique
  • ορθοπεδικός / τεχνικός βοηθός ορθοπεδικού : orthopédiste / mécanicien orthopédiste
  • αποσκωρίωση / μηχανικός καθαρισμός μετάλλου από οξείδια : décalaminage
  • μηχανικός ιστός : métier mécanique
  • μηχανικός έργου : ingénieur d'études
  • μηχανική δόνηση / μηχανική τάραξη : secouage mécanique
  • μηχανικός ζυγός : balance mécanique
  • μηχανικός έργου / υπεύθυνος μηχανικός έργου : ingénieur de projet

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments