Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ναυάγιο στα γαλλικά
ναυάγιο
λέγεται
na’vajio
.
ναυάγιο
σημαίνει στα γαλλικά
naufrage
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ναυάγιο : épave
- ναυάγιο/ερείπιο : épave de bateau
- εγκαταλειμμένο ναυάγιο : épave en dérive
Subscribe
0 Comments


