Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ούρο στα γαλλικά
ούρο
λέγεται
’uro
.
ούρο
σημαίνει στα γαλλικά
urine
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ούρο : urine
- τελικό ούρο : urine terminale
- αιματηρό ούρο : urine sanglante
Subscribe
0 Comments


