Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

περιορισμός στα γαλλικά
περιορισμός
λέγεται
perioriz’mos
.
περιορισμός
σημαίνει στα γαλλικά
limitation / restriction
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- περιορισμός : restriction
- περιορισμός : limitation
- περιορισμός : contrainte
- περιορισμός : liaison / contrainte
- περιορισμός : blocage
- Περιορισμός / περιορισμός : contrainte
Subscribe
0 Comments


