Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλέξιμο στα γαλλικά
πλέξιμο
λέγεται
’pleksimo
.
πλέξιμο
σημαίνει στα γαλλικά
tricot
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πλοκή / πλέξιμο : tressage / torsadage
- στουπιά / πλέξιμο λινάτσας : lardage
- πλέξιμο σχοινιού : commettage
- πλέξιμο επανωδέρματος : entrelacement
- πλέξιμο με τσιγκελάκι / πλέξιμο με γαντζοβελόνα : crocheter
- μέθοδος πλέξιμο-ξεπλέξιμο : tricotage-détricotage
- Γυάλινη ίνα δια πλέξιμο υφάσματος : tissu de verranne
- χαλύβδινο συρματόσχοινο με πλέξιμο Lang / χαλύβδινο συρματόσχοινο παράλληλης συστροφής : câblage Lang / câble d'acier à câblage Lang
Subscribe
0 Comments


