Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλαστικός στα γαλλικά
πλαστικός
λέγεται
plasti’kos
.
πλαστικός
σημαίνει στα γαλλικά
plastique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μεμβράνη / πλαστικός υμένας : pellicule plastique
- πλαστικό τζάμι / υλικό πλαστικού τζαμιού : vitrage en plastique
- πλαστική πλάκα / πλαστικός πάγκος : plaque synthétique
- αφρώδη πλαστικά / πλαστικός αφρός : mousse plastique / plastique expansé
- πλαστικός πηλός : argile plastique
- πλαστική παλέτα / πλαστικός δίσκος φόρτωσης : palette en plastique / plateau de chargement en plastique
- πλαστικός σωλήν : tuyau en plastique
- πλαστική άρθρωση / πλαστικός σύνδεσμος : rotule plastique
- πλαστικός σωλήνας : tuyau plastique
- πλαστικός σωλήνας / πλαστικό κέλυφος φυσιγγίου : gaine plastique
Subscribe
0 Comments


