Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

προβλήτα στα γαλλικά
προβλήτα
λέγεται
prov’lita
.
προβλήτα
σημαίνει στα γαλλικά
quai
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- προβλήτα : digue / jetée
- μώλος / αποβάθρα : débarcadère
- ακρομώλιο / κεφαλή προβλήτα : musoir
- εÙκαμπτος "κάβος" / εÙκαμπτη πρóσδεση στην προβλήτα : amarrage flexible
- προβλήτα αγκυροβολίας : estacade d'accostage
- γεφύρωμα ενός προβλήτα : palée d'un appontement
- δÙναμη πρóσδεσης στον "κάβο" / δÙναμη πρóσδεσης στην προβλήτα : force d'amarrage
Subscribe
0 Comments


