Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πυρ στα γαλλικά
πυρ
λέγεται
pir
.
πυρ
σημαίνει στα γαλλικά
feu
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ελεγχόμενο πυρ : feu tactique
- πειραματικόν πυρ : feu expérimental / incendie expérimental
- διασκορπισμένον πυρ : feu essaimant / feu disséminant
- εξαπλούμενη πυρκαϊά,ταχέως εξαπλούμενον πυρ : feu courant
Subscribe
0 Comments


