Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σαρκώδης στα γαλλικά
σαρκώδης
λέγεται
sar’kodhis
.
σαρκώδης
σημαίνει στα γαλλικά
charnu
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πολτώδης / σαρκώδης : pulpeux
- διπλογένειος / σαρκώδης ή λιπώδης πτυχή κάτω από το γένειο : double menton
- μαλακός καρπός / σαρκώδης καρπός : baies / fruit à baies
- σαρκώδης καρπός : baie
- σαρκώδης υμένας : hymen charnu
- σαρκώδης επικάλυψη πυέλου : couverture de chair du bassin
- σαρκώδης καρπός κουφοξυλίας : baie du sureau
- σαρκώδης καρπός που μοιάζει με σύκο : sycone
Subscribe
0 Comments


