Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σκάλα στα γαλλικά
σκάλα
λέγεται
’skala
.
σκάλα
σημαίνει στα γαλλικά
escalier / échelle
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σκάλα : échelle
- σκάλα : rancher
- σκάλα / ενδιάμεσος λιμένας : port d'escale
- σκάλα / κλίμακα : escalier
- σχοινόσκαλα / σκάλα από σχοινιά : échelle de corde
- σκάλα νερού / κλίμακα νερού : escalier d'eau
- διπλή σκάλα / κλίμακα με δύο κλιμακτήρες : escalier à deux volées
- φορητή σκάλα / βοηθητική κλίμακα ανόδου : fausse élinde
- σκάλα πλοηγού : tangon / échelle de pilote
- στριφτή σκάλα / ελικοειδής κλίμακα : escalier à vis / escalier hélicoïdale
Subscribe
0 Comments


