Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στέκομαι στα γαλλικά
στέκομαι
λέγεται
’stekome
.
στέκομαι
σημαίνει στα γαλλικά
rester / se tenir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στέκομαι σε ράμπα / στέκομαι σε νεωλκό : se trouver sur slip
Subscribe
0 Comments


