Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ταξί στα γαλλικά
ταξί
λέγεται
ta’ksi
.
ταξί
σημαίνει στα γαλλικά
taxi
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ταξί : taxi
- Rail-Taxi / ταξί σταθερής τροχιάς : Rail-Taxi
- οδηγός ταξί : chauffeur de taxi
- αυτόματο ταξί / ταξί χωρίς οδηγό : voiture à jetons / voiture banalisée
- λεωφορείο-ταξί / λεωφορείο βέλτιστης προσωπικής εξυπηρέτησης : autobus au cadran / autobus à la demande
- συγκοινωνία ταξί : circulation des taxis
- Automatic Rail Taxi / αυτόματο ταξί σταθερής τροχιάς : Automatic Rail Taxi
- ταξί δημόσιας συγκοινωνίας : jitney / taxibus
- ευρωπαϊκή συνομοσπονδία ταξί : Confédération européenne des taxis
- μαζικό ταξί ειδικής διαδρομής : taxi collectif desservant (ou non) une ligne fixe
Subscribe
0 Comments


