Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φιλέτο στα γαλλικά
φιλέτο
λέγεται
fi’leto
.
φιλέτο
σημαίνει στα γαλλικά
filet
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φιλέτο : filet
- φιλέτο : bon filet
- διπλό φιλέτο : filet double
- κόντρα φιλέτο : faux filet / faux-filet
- κόντρα φιλέτο : faux-filet
- φιλέτο στήθους : noix / blanc
- φιλέτο σπέσιαλ : filet spécial
Subscribe
0 Comments


