Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φόρμα στα γαλλικά
φόρμα
λέγεται
’forma
.
φόρμα
σημαίνει στα γαλλικά
forme
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φόρμα : salopette
- φόρμα / πλαίσιο : châssis
- φόρμα : moule finisseur
- φόρμα : salopette / cotte-bretelles
- φόρμα / κενή φόρμα : formulaire
- φόρμα : forme
- μαρτελέ / ανώμαλη επιφάνεια από κρύα φόρμα : martelage
- bastissage / κωνική φόρμα καπέλου στο στάδιο της διαμόρφωσης : bastissage
- σελιδοποιώ / τοποθετώ μια φόρμα : imposer une forme
- κενή μορφή / κενή φόρμα : formulaire vierge
Subscribe
0 Comments


