Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

empêcher en grec
empêcher
se prononce
ανπεσέ
.
empêcher
signifie en grec
εμποδίζω / s’ empêcher κρατιέμαι / αντέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bloquer / empêcher : παρεμποδίζω
- empêcher de couver : εμποδίζω την επώαση
- gaine étanche au feu / gaine empêchant la progation de feu : πηγάδι με πυροπροστασία / φρεάτιο με πυροπροστασία
- agent empêchant l'éraillage / agent empêchant le démaillage : παράγοντας που αποτρέπει το ξέφτισμα / παράγοντας που αποτρέπει την καταστροφή της ύφανσης
- empêcher le mobilier de riper : εμποδίζω τη μετατόπιση επίπλου / δεν επιτρέπω τη μετατόπιση επίπλου
- empêcher l'entrée non autorisée : αποτροπή παράνομης εισόδου
- Comité des précurseurs de drogues / Comité pour les mesures à prendre afin d'empêcher le détournement de certaines substances pour la fabrication illicite de stupéfiants ou de substances psychotropes : Επιτροπή για τη θέσπιση μέτρων για την πρόληψη της διοχέτευσης ορισμένων ουσιών στην παράνομη παρασκευή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών
- dispositif empêchant le démarrage / dispositif de blocage du démarrage : διάταξη παρεμπόδισης της εκκίνησης
- empêcher un navire de tomber en travers : τήρηση σκάφους εκτός των κοιλωμάτων των κυμάτων
- dispositif empêchant le passage des flammes : μηχανισμός για την πρόληψη μετάδοσης φλόγας
S’abonner
0 Commentaires


