Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

πειθαρχία in French
πειθαρχία
is pronounced
pithar’hia
.
πειθαρχία
means in French
discipline
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- πειθαρχία : discipline
- διοργανική συμφωνία / Διοργανική Συμφωνία, της 2ας Δεκεμβρίου 2013 , μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση : accord interinstitutionnel du 2 décembre 2013 entre le Parlement européen, le Conseil et la Commission sur la discipline budgétaire, la coopération en matière budgétaire et la bonne gestion financière / AII
- Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση / Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση : accord interinstitutionnel entre le Parlement européen, le Conseil et la Commission sur la discipline budgétaire et la bonne gestion financière
- Διοργανική συμφωνία / Διοργανική συμφωνία για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού : AII / accord interinstitutionnel
- προνομιακή πειθαρχία : discipline de préemption
- κομματική πειθαρχία : discipline de vote
- δημοσιονομική πειθαρχία : discipline budgétaire
- συντονισμένη πειθαρχία : discipline concertée
- πειθαρχία και ενστάσεις : discipline et réclamations
Subscribe
0 Comments


