Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

clore in Greek
clore
is pronounced
κλορ
.
clore
means in Greek
κλείνω
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- clore : εξέρχομαι
- index / index clos : περατωμένο ευρετήριο
- clos : μαντρωμένο αμπέλι / περιτοιχισμένος αμπελώνας
- huis clos : συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών
- huis clos : κεκλεισμένων των θυρών
- câble clos / câble rond : συρματόσχοινο κυκλικής διατομής
- cuve close : κλειστή δεξαμενή
- espace clos : κλειστός χώρος
- année close : λήξαν οικονομικό έτος
- exercice clos : οικονομικό έτος για το οποίο έχουν κλείσει οι λογαριασμοί
Subscribe
0 Comments


