Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
fondamental in Greek
fondamental
is pronounced
φοννταμαντάλ
.
fondamental
means in Greek
θεμελιώδης / βασικός
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- fondamental : θεμελιώδης
- fondamental / terme fondamental : θεμελιώδης / θεμελιώδης συνιστώσα
- bases de l'économie (Preferred) / fondamentaux : βασικά οικονομικά μεγέθη / θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας
- fondamentale / analyse fondamentale : ανάλυση θεμελιωδών μεγεθών
- bases / fondamentals : βάσεις
- point origine / point fondamental : αρχικό σημείο / σημείο αφετηρίας
- mode dominant / mode fondamental : κύριος ή επικρατέστερος ρυθμός
- cycle de base / cycle fondamental : βασικός κύκλος λειτουργίας
- recherche pure / recherche fondamentale : βασική έρευνα / βασική επιστημονική έρευνα
- teinte / tonalité : απόχρωση / βασικόν χρώμα
Subscribe
0 Comments