Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

impossibilité in Greek
impossibilité
is pronounced
ενποσιμπιλιτέ
.
impossibilité
means in Greek
αδυναμία
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- non-opinion / impossibilité d'exprimer une opinion : άρνηση γνώμης / μη διατύπωση γνώμης
- impossibilité d'accès : άρνηση πρόσβασης / φραγή συστήματος
- signal d'impossibilité / signal de numéro inaccessible : σήμα αδυναμίας προώθησης κλήσης / σήμα για αριθμό με αδυναμία πρόσβασης
- temps d'impossibilité d'accès : χρόνος άρνησης πρόσβασης
- probabilité d'impossibilité d'accès : πιθανότητα άρνησης πρόσβασης
- cas d'impossibilité absolue d'exécution : περίπτωση απόλυτης αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης
- impossibilité du maintien de la vie commune : ισχυρός κλονισμός που βάσιμα καθιστά αφόρητη την εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης
- moyen de faire face à l'impossibilité d'avoir des enfants : αντιμετώπιση της ατεκνίας
Subscribe
0 Comments


