Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
Islande in Greek
Islande
is pronounced
ισλάνντ
.
Islande
means in Greek
Ισλανδία
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- l'Islande / la République d'Islande (Deprecated) : Ισλανδία / Δημοκρατία της Ισλανδίας (Deprecated)
- calcite / spath d'Islande : ισλανδικό κρύσταλλο
- cyprine d'Islande / praire d'Islande : CLQ / Arctica islandica
- garrot d'Islande : ισλανδική κουδουνόπαπια
- praire d'Islande : στην πηγή που αναφέρεται στο πεδίο RF δεν υπάρχει ελληνική απόδοση
- rorippa d'Islande : ρόριπα η ισλανδική
- Roussette d'Islande / MUL : ισλανδικό σκυλόψαρο
- dépression d'Islande / dépression islandaise : ύφεση της Ισλανδίας / βαρομετρικό χαμηλό της Ισλανδίας
- Accord de Luxembourg / Accord de coopération entre les Parties Contractantes à l'Accord et à la Convention de Schengen, et la République d'Islande et le Royaume de Norvège, relatif à la suppression des contrôles de personnes aux frontières communes : Συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών της Συμφωνίας και της Σύμβασης του Σένγκεν και της Ισλανδικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, σχετικά με την κατάργηση των ελέγχων προσώπων στα κοινά σύνορα
- comité mixte CEE-Islande : Μεικτή Επιτροπή ΕΟΚ-Ισλανδίας
Subscribe
0 Comments