Rosgovas App logo

Essayez l'Application du Dictionnaire Rosgovas bilingue français-grec grec-français avec prononciation prononciation du grec / prononciation du français pour traduire en grec et traduire en français (disponible sur tous supports). Idéal en voyage en grèce pour parler grec !

limitation in Greek

MINI Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français
limitation
is pronounced
λιμιτασιόν
.
limitation
means in Greek
περιορισμός / όριο
.
Source: Rosgovas, all rights reserved

  • limitation : περιορισμός
  • limitation / restriction : καταστoλή
  • START II / Traité entre les Etats-Unis d'Amérique et la Fédération de Russie sur la poursuite de la réduction et de la limitation des armements stratégiques offensifs : START II / Συνθήκη για περαιτέρω μείωση των στρατηγικών όπλων
  • START I / Traité entre les USA et l'URSS sur la réduction et la limitation des armements stratégiques offensifs : START I / Συνθήκη για τη μείωση των στρατηγικών όπλων
  • vitesse limite / limitation de vitesse : όριο ταχύτητας
  • clause de caducité / clause d'extinction : ρήτρα λήξης ισχύος
  • QELRO / objectifs chiffrés de limitation et de réduction des émissions : ποσοτικοποιημένοι στόχοι περιορισμού και μείωσης των εκπομπών / ποσοτικοποιημένη υποχρέωση περιορισμού και μείωσης των εκπομπών
  • CCAC / convention sur les armes classiques : Σύμβαση για την απαγόρευση ή περιορισμό χρήσης ορισμένων συμβατικών όπλων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικώς επιβλαβή ή ως προκαλούντα αδιακρίτως αποτελέσματα / Σύμβαση για τα απάνθρωπα όπλα
  • CLNI / Convention de Strasbourg sur la limitation de la responsabilité en navigation intérieure : CLNI / Σύμβαση του Στρασβούργου για τον περιορισμό της ευθύνης στην εσωτερική ναυσιπλοϊα

New MEGA Dictionary Rosgovas French-Greek and Greek-French :

Grand Dictionnaire français-grec grec-français Rosgovas

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments