Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

louer in Greek
louer
is pronounced
λουέ
.
louer
means in Greek
νοικιάζω / υμνώ / Dieu soit Ioué δόξα τω Θεώ / à Iouer ενοικιάζεται
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- wagon loué : όχημα νοικιασμένο
- ligne louée / circuit loue : μισθωμένη γραμμή / μισθωμένη σύνδεση
- bien loué / chose louée : μίσθιο
- terrain loué / emplacement loué : ενοικιασθείσα έκταση
- circuit loué / circuit à quatre fils : μισθωμένο κύκλωμα μη μεταγωγής
- véhicule loué : μισθωμένο όχημα
- logement locatif / logements à louer : μισθωτήρια στέγαση
- hébergement non loué : μη ενοικιαζόμενο κατάλυμα
- ligne louée synchrone : σύγχρονη μισθωμένη γραμμή
- trafic par ligne louée : κίνηση μισθωμένης γραμμής
Subscribe
0 Comments


