Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
projectile in Greek
projectile
is pronounced
προζεκτίλ
.
projectile
means in Greek
βλήμα
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- projectile : βλήμα
- projectile : εκσφενδονιζόμενο αντικείμενο
- balle expansive / projectile expansif : σφαίρα ντουμ ντουμ / διαστελλόμενο βλήμα
- PIE / taser : όπλο εκτόξευσης βελών
- projectile guidé : κετευθυνόμενο βλήμα
- lance-projectiles : εκτοξευτής βλημάτων
- projectile inerte : πυρομαχικό που δεν εκτοξεύει βλήματα
- projectile dum-dum : βλήμμα dum-dum
- projectile perforant / projectile de rupture : εκρηκτικό A/T
- projectile de rupture / projectile perforante : εκρηκτικό Α/Τ
Subscribe
0 Comments