Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
bronzage en griego
bronzage
se dice
μπρονζάζ
.
bronzage
significa en griego
μαύρισμα
.
Source: Rosgovas, todos los derechos reservados
- bronzage : μπρουντζάρισμα
- bronzage / bleuissage : κυανή όρφνωση
- bronzage : ορειχάλκωση / μπρουτζίνωμα
- bronzage : μπρουτζίνωμα
- bronzage : ιριδισμός μπρούντζου
- bronzage / impression métallisée : επιχάλκωση
- bronzage en noir : κρατέρωμα σε μαύρο / μπρουντζάρισμα σε μαύρο
- produit de bronzage : ουσίες μαυρίσματος δέρματος
- bronzage artificiel : τεχνητό μαύρισμα δέρματος
- appareil de bronzage : συσκευή τεχνητού μαυρίσματος
Subscribe
0 Comments