Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

soin en griego
soin
se dice
σουέν
.
soin
significa en griego
φροντίδα / επιμέλεια / περιποίηση / περίθαλψη
.
Source: Rosgovas, todos los derechos reservados
- DEQM / Direction Européenne de la Qualité du Médicament et Soins de Santé : EDQM / Ευρωπαϊκή Διεύθυνση για την ποιότητα των φαρμάκων
- CCFI / Comité consultatif pour la formation dans le domaine des soins infirmiers : CCFI / Συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση των νοσοκόμων
- GSMU / Guide des soins médicaux d'urgence à donner en cas d'accidents dus à des marchandises dangereuses : Οδηγός παροχής πρώτων βοηθειών σε περίπτωση ατυχημάτων που οφείλονται σε επικίνδυνα εμπορεύματα
- SSP / soins de premier recours : πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας / πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη
- IAS / infection associée aux soins : ιατρογενής λοίμωξη (Preferred) / λοίμωξη που σχετίζεται με την παροχή υγειονομικής περίθαλψης
- CCFI / Comité consultatif pour la formation dans le domaine des soins infirmiers : CCFI / Συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση των Νοσοκόμων
- asile / hospice : γηροκομείο
- SSP / soins de santé primaires : πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη
- SAD / soin à domicile : περίθαλψη ασθενούς στο σπίτι
- élevage / soins de cave : εργασίες στην κάβα
Subscribe
0 Comments


