Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
malaxer en grec
malaxer
se prononce
μαλαξέ
.
malaxer
signifie en grec
μαλάσσω / πλάθω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- malaxer : αναμιγνύω
- beurre aqueux / beurre insuffisamment malaxé : υδαρές βούτυρο / βούτυρο ανεπαρκώς μαλαχθέν
- malaxer le beurre : ζυμώνω το βούτυρο / μαλάζω το βούτυρο
- caoutchouc malaxé : μαστιχοποιημένο ελαστικό
- béton malaxé en centrale : σκυρόδεμα κεντρικής μείξης
- caoutchouc malaxé à mort : ελαστικό που έχει μαστιχοποιηθεί μέχρις απωλείας των ελαστικών του ιδιοτήτων
- zone malaxée et compactée par le pied de mouton : μαλάκυνση και συμπύκνωση με χρήση κυλίνδρου συμπιέσεως μετ'ακτινωτών προεξοχών
S’abonner
0 Commentaires