Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
métier en grec
métier
se prononce
μετιέ
.
métier
signifie en grec
επάγγελμα / τέχνη / métier à tisser αργαλειός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- métier / artisanat : σκάφος/λέμβος
- profession / activité professionnelle : κατάληψη / επάγγελμα
- métier : αργαλειός
- GSEBEE / Confédération générale des métiers, de l'artisanat et du commerce de Grèce : ΓΣΕΒΕΕ / Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος
- polka / métier Rachel : polka / αργαλειός Rachel
- classification européenne des aptitudes, compétences, certifications et professions (Preferred) / ESCO : Ευρωπαϊκή ταξινόμηση δεξιοτήτων, ικανοτήτων και επαγγελμάτων / Ευρωπαϊκές δεξιότητες
- SESAM / Sesam : SESAM
- brocheuse / métier à embossage : αργαλειός για γκοφρέ / αργαλειός αποτύπωσης σε ανάγλυφο
- renvideur / self-acting : αναπηνιστήριο / αργαλειός νηματοποίησης διαλείπουσας λειτουργίας
- profession / corps de métiers : σωματείο / επαγγελματική ομάδα
S’abonner
0 Commentaires