Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

percevoir en grec
percevoir
se prononce
περσεβουάρ
.
percevoir
signifie en grec
εισπράττω / αντιλαμβάνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- percevoir : επιβάλλω τέλος για παροχή ειδικών οικογενειακών επιδομάτων
- percevoir : εισπράτω
- PCV / PerCeVoir : κλήση με χρέωση του καλουμένου
- TP / taxe perçue : έχει εισπραχθεί ταχυδρομικό τέλος
- moins-perçu : AΔIΚΑIΟΛΟΓΗΤΩΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΘΕΝΤΑ
- taxer / imposer : φορολογώ / επιβάλλω φόρο
- taxe en aval : φόρος επί των εκροών / φόρος επί των πωλήσεων προς ξένους
- TVA supportée à l'achat / TVA en amont : φόρος αγοράς / προκαταβαλλόμενος φόρος
- intérêt perçu : εισπραχθέντες τόκοι
- risque perçu : κίνδυνος που έγινε αντιληπτός
S’abonner
0 Commentaires


