Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
proue en grec
proue
se prononce
πρου
.
proue
signifie en grec
πλώρη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- avant / proue : παρειά / μάσκα(κν.)
- paraglace / renfort de proue : παγοθραυστική ενίσχυση πρύμνης
- proue élancée : προεξέχουσα πλώρη
- avant effilé / avant maigre : οξεία πλώρη / πλώρη τριγωνικής μορφής
- bulbe d'étrave / bulbe de proue : εμβολοφόρος πρώρα
- câble de proue : πρόολκος
- lames de proue : κύματα πλώρης / κύματα δημιουργούμενα από την πλώρη κινούμενου σκάφους
- fanal de proue : πλοϊκός φανός / πλευρικός φανός
- figure de proue : σχήμα πλώρης
- emblème de proue : έμβλημα πλώρης
S’abonner
0 Commentaires