Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

couvert en grec
couvert
se prononce
κουβέρ
.
couvert
signifie en grec
μαχαιροπήρουνο / καλυμμένος / σκεπαστός / συννεφιασμένος / σκεπασμένος / κλειστός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couvert / garanti : εγγυημένοs
- couvert / ombrage : περιορισμός διακένου / κωμοστέγη,δασοκάλυψις
- couvert / fermeture du couvert : κομοστέγη / φυλλοκάλυψη του εδάφους
- couvert / couverts de table : μαχαιροπήρουνα
- couvert : καλυμμένος ουρανός / νεφοσκεπής ουρανός
- canopée / couvert forestier : οροφή / ανώτερο μέρος φυτικού καλύμματος
- lisse / cimaise : διακοσμητική αρμοκαλύπτρα / διακοσμητικός πήχυς επικαλύψεως ενώσεων
- hedging / opération en contrepartie : πράξεις κάλυψης του συναλλαγματικού κινδύνου / πράξη αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου
- manque / absence : παράλειψη / λευκή κηλίδα
- monte / couvrir : κάλυμα / πετάλωμα
S’abonner
0 Commentaires


